Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008
Σχετικά με την επανεκλογή του κ. Βερέμη
Πέρα από την κυβέρνηση, ούτε το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να έχει την ικανότητα να αντιληφθεί τι συνέβη το προηγούμενο διάστημα. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τα κολακευτικά σχόλια που έκαναν στελέχη του στην επιτροπή για το πρόσωπο του κ. Βερέμη.
Τέλος, μόνο απορία και θυμό μπορεί να προκαλέσει η στάση των βουλευτών του ΚΚΕ που επέλεξαν να απουσιάζουν από την επιτροπή, επιτρέποντας έτσι στην ΝΔ να διαμορφώσει την πολυπόθητη πλειοψηφία. Σαν θλιβερή δικαιολογία αντηχεί στα αφτιά των χιλιάδων νεολαίων της γενιάς του Άρθρου 16, ότι τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία και το μόνο που μετράει είναι η πολιτική. Η ίδια η ζωή μας έχει δείξει ότι κάθε αγώνας δίνεται και στο επίπεδο τον συμβόλων.
Σε κάθε περίπτωση, η Νεολαία Συνασπισμού συγχαίρει τον κ. Βερέμη για την επανεκλογή του. Δηλώνουμε ότι θα εργαστούμε με όλες μας τις δυνάμεις ώστε η νέα του θητεία να είναι εξίσου επιτυχημένη με την προηγούμενη
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008
Η διοίκηση της Β’ ΕΛΜΕ
Συγκροτήθηκε σε Σώμα το Διοικητικό Συμβούλιο της Β’ ΕΛΜΕ Μεσσηνίας ως εξής:
Πρόεδρος Μαρίκα Καραμπά-Μελά (ΔΑΚΕ).
Γραμματέας Ευθύμιος Μπαρμπέρης (ΕΑΚ).
Ταμίας Γιάννης Ρούσσης (ΔΑΚΕ).
Μέλη Γεώργιος Θεοδωρόπουλος (ΔΑΚΕ),
Γιάννης Πετρίδης (ΕΑΚ),
Χρήστος Ντέντες (ΠΑΣΚ)
και Γιάννης Σάκκουλας (ΠΑΣΚ).
Κενή έμεινε η θέση του αντιπροέδρου.
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008
ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
ΚΑΤΣΙΚΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ
ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
Επίκεντρο, Ιανουάριος 2008
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Επίκεντρο
Σελ. 290, Τιμή: 17.23 €
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Σε καμιά κοινωνία μέχρι τις μέρες μας ο καθημερινός άνθρωπος δεν πολιορκούνταν σε τέτοιο βαθμό από κάθε λογής «κοινωνικά ιερογλυφικά», εικονικές πραγματικότητες και ανεπιστημόνητα μυθολογήματα.
Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η μεγαλύτερη συσσώρευση τέτοιων μύθων παρατηρείται εκεί όπου κατά κύριο λόγο διακυβεύεται για την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων η συνέχιση της κυριαρχίας, με άλλα λόγια στη διαδικασία της παραγωγής και στους όρους και χώρους κοινωνικής αναπαραγωγής, δηλαδή στο χώρο της εκπαίδευσης.
Από αυτή την άποψη το «ξεσκέπασμα» των μύθων, ο κλονισμός των «βεβαιοτήτων» ή με άλλα λόγια η «απομυθοποίηση» της λειτουργίας των εκπαιδευτικών θεσμών είναι το πρώτο βήμα της κριτικής συνειδητοποίησης των αντιφάσεων του σχολείου και της κοινωνίας. Παράλληλα, αποτελεί το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για την άρθρωση μιας «αντίπαλης πρότασης» στο χώρο της εκπαίδευσης. Μιας πρότασης που δεν μπορεί να είναι «καθαρή θεωρία», αλλά θα προκύπτει διαρκώς μέσα από τη συνολική και καθημερινή πάλη του εκπαιδευτικού κινήματος. Όμως, το πρώτο βήμα για να μπει κάποιος στη διαδικασία του να αλλάξει το σχολείο και την κοινωνία είναι να απομυθοποιήσει την υπαρκτή εκπαιδευτική πραγματικότητα, να σκεφθεί διαφορετικά σε σχέση με την εκπαίδευση και την κοινωνία, να δει τα «πράγματα» και την «καθημερινότητα» με μια άλλη ματιά.
Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, αντλώντας τις μεθοδολογικές του σταθερές από τους χώρους της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης και της εκπαιδευτικής πολιτικής, πραγματεύεται τον τρόπο ανάδυσης, τη λειτουργία και τη σκοπιμότητα μιας σειράς μυθολογημάτων που αφθονούν και αναπαράγονται κατά κόρον από την ηγεμονεύουσα ιδεολογία αναφορικά με την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Στόχος του; να αποδομήσει τους σημαντικότερους εκπαιδευτικούς μύθους συμβάλλοντας στην κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του σχολείου στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.
Όπως σωστά έχει επισημανθεί ο μύθος δεν αρνιέται τα πράγματα αλλά τα «εξαγνίζει», τα «αθωώνει», δίνοντας τους διαστάσεις «αιώνιες» και «φυσιολογικές». Οι εκπαιδευτικοί μύθοι δεν είναι πολιτικά ουδέτεροι και αθώοι. Είναι το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου κατανόησης της πραγματικότητας, ο οποίος απορρέει από την καθημερινότητα και τις αντιφάσεις του υπαρκτού σχολείου σε συνδυασμό με τη συστηματική επίδραση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους που προσπαθούν να εμπεδώσουν στην κοινή γνώμη ότι η δεδομένη εκπαιδευτική, και κατ’ επέκταση κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, είναι η μόνη εφικτή. Επιταχυντικός και ενισχυτικός συντελεστής στη διαμόρφωση αυτού του απλού και άμεσου τρόπου κατανόησης της πραγματικότητας, σύμφωνα πάντα με τις αναπαραστάσεις που επιβάλλει η κυρίαρχη ιδεολογία, είναι η αδυναμία της «εναλλακτικής» πρότασης για το σχολείο και την κοινωνία να παρέμβει ουσιαστικά και να κατακτήσει την πολιτική και ιδεολογία.
Τέλος, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι αυτή η διαδικασία της κριτικής συνειδητοποίησης δεν είναι ατομική αλλά συλλογική. Γιατί τα καλύτερα όνειρα είναι αυτά που τα βλέπουμε όλοι μαζί όταν είμαστε «ξύπνιοι».
Καμιά απάντηση για τα πραγματικά προβλήματα της έρευνας στην Ελλάδα

12.02.2008
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ξεκίνησε σε κοινή συνεδρίαση των επιτροπών μορφωτικών υποθέσεων και παραγωγής και εμπορίου η συζήτηση του σχεδίου νόμου για το «θεσμικό πλαίσιο έρευνας και τεχνολογίας».
Στη συζήτηση οι βουλευτές του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς ανέδειξαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τομέας της έρευνας στην Ελλάδα:
• Υποχρηματοδότηση της έρευνας. Οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα είναι καθηλωμένες στο 0,6% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος είναι 1,5% σε πρώτη φάση και 3% μελλοντικά.
• Έλλειψη εθνικού σχεδιασμού για την έρευνα
• Εγκατάλειψη της βασικής έρευνας
• Απαξίωση της έρευνας στις ανθρωπιστικές και τις κοινωνικές επιστήμες, καθώς δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για την αγορά
• Απροθυμία του ιδιωτικού τομέα να επενδύσει στον τομέα της έρευνας. Επιλογή και υποβοήθηση του ιδιωτικού τομέα να χρησιμοποιεί τα εθνικά ερευνητικά κέντρα και τα ΑΕΙ ως φτηνό εργατικό δυναμικό.
• Ανεξέλεγκτη και χωρίς τεκμηρίωση δημιουργία ερευνητικών ινστιτούτων εν μία νυκτί για πελατειακούς λόγους
• Αδυναμίες στη σύνδεση της έρευνας με την εκπαίδευση
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τάσος Κουράκης δήλωσε:
«Η Ν.Δ. από τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησής της υποσχέθηκε ότι εντός 100 ημερών θα καταθέσει νόμο για την οργάνωση της έρευνα που θα ισχύει για τα προσεχή είκοσι (20) χρόνια. Τέσσερα χρόνια μετά πορεύεται με αποσπασματικές τροπολογίες στη Βουλή και με Υπουργικές αποφάσεις σπέρνει νέα ερευνητικά ινστιτούτα χωρίς κανέναν μακροχρόνιο σχεδιασμό. Οι ίδιοι βεβαίως μετά από λίγα χρόνια θα καταγγέλλουν το ερευνητικό σύστημα για τον άναρχο τρόπο ανάπτυξή τους.
Η Ν.Δ. είχε μια ευκαιρία που της παρείχε η ευνοϊκή προδιάθεση της ερευνητικής κοινότητας για μια θετική υπέρβαση του υφισταμένου νομοθετικού πλαισίου. Τη σπατάλησε αφαιρώντας όλες τις αναφορές και δεσμεύσεις, που υπήρχαν σε προηγούμενο σχέδιο, για τη δέσμευση της πολιτείας να χρηματοδοτήσει από ιδίους πόρους ένα εθνικό πρόγραμμα ερευνητικών προγραμμάτων. Αυτό που μένει είναι η θεσμοθέτηση μιας νέας γραφειοκρατίας και μερικές θέσεις για να βολευτούν “ημέτεροι”».
Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης επισήμανε:
«Το σχέδιο νόμου δεν απαντάει στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η έρευνα στην Ελλάδα, αλλά αναλώνεται στη θεσμοθέτηση μιας νέας γραφειοκρατικής δομής που θα υπονομεύει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα αλλά και τη διαφάνεια της χρηματοδότησης της έρευνας.
Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια αποδυνάμωσης των ερευνητικών κέντρων με στόχο την ηθική απαξίωση και στη συνέχεια την κατεδάφιση κάθε δημόσιας δομής. Στόχος στη θέση του κοινωνικού οφέλους να μπουν τα συμφέροντα της αγοράς και η κερδοφορία των επιχειρήσεων
Για να συζητάμε όμως σοβαρά για το θεσμικό πλαίσιο της έρευνας πρέπει προηγουμένως να εξασφαλιστούν τρεις βασικές προϋποθέσεις, που σήμερα δεν πληρούνται:
• Γενναία αύξηση της εθνικής χρηματοδότησης
• Δημιουργία σημαντικού αριθμού νέων θέσεων ερευνητικού προσωπικού (Σε αντιστοιχία με τον αριθμό των νέων ινστιτούτων που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια)
• Ουσιαστική αύξηση των αποδοχών του ερευνητικού προσωπικού».
Η Ευαγγελία Αμμανατίδου-Πασχαλίδου τόνισε:
«Μια σειρά από σημαντικά ζητήματα –και μάλιστα σε ένα νόμο που αφορά το πλαίσιο για την έρευνα και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως τέτοιο για δεκαετίες– δεν περιγράφονται αναλυτικά. Ούτε πρακτικά, ούτε έστω σε επίπεδο πολιτικών στόχων, αλλά θα αποφασιστούν με πάνω από 50 υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα. Μεταξύ των θεμάτων αυτών είναι και η ίδρυση νέων ερευνητικών κέντρων.
Αποφασίζεται δηλαδή η διαιώνιση του καθεστώτος όπου κάθε Υπουργός Ανάπτυξης θα ιδρύει ανεξέλεγκτα ερευνητικά κέντρα στην εκλογική του περιφέρεια, καλλιεργώντας έτσι πελατειακές σχέσεις αλλά υποβαθμίζοντας την έρευνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι με αντίστοιχη διαδικασία και με απόφαση του κ. Σιούφα ιδρύθηκαν εν μία νυκτί τέσσερα νέα ερευνητικά ινστιτούτα σε Καρδίτσα, Τρίκαλα και Λάρισα».
Ο Γρηγόρης Ψαριανός επισήμανε:
«Ολόκληρο το σχέδιο νόμου διαπνέεται από τη λογική της ευθύνης του δημόσιου τομέα, των ερευνητικών κέντρων και των πανεπιστημίων, για τη χαμηλή σύνδεση με την παραγωγή, με την πρακτική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, για τις χαμηλές επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα στον τομέα της έρευνας. Όμως η μη διάχυση της τεχνολογικής γνώσης και η μη ενσωμάτωσή της στις επιχειρηματικές δραστηριότητες δεν είναι πρόβλημα ανεπαρκούς προσφοράς γνώσης και ανθρωπίνου κεφαλαίου από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Αντίθετα είναι κυρίως πρόβλημα ανεπαρκούς ζήτησης από κακό- ή καλο-μαθημένες επιχειρήσεις, που στηρίζουν την ανταγωνιστικότητά τους σε άλλες μεθόδους (χαμηλό κόστος, κρατικοδίαιτος τζίρος, παραοικονομία και φορο-εισφορο-διαφυγή). Για ακόμη μία φορά η αγοραία λατρεία του ιδιωτικού τυφλώνει».
Τέλος, ο Περικλής Κοροβέσης δήλωσε:
«Δυστυχώς το σχέδιο νόμου για την έρευνα δεν μπορεί να απαντήσει στις προκλήσεις των καιρών. Όσο κι αν προσπάθησα οι μόνοι στόχοι που μπόρεσα να διακρίνω είναι:
1. η απαξίωση και σταδιακή διάλυση της ΓΓΕΤ και δημιουργία ενός νέου φορέα για τη διαχείριση της έρευνας. Μεταξύ άλλων στο νέο αυτό φορέα θα μπορέσουν να βρουν φιλόξενη στέγη και διάφορα γαλάζια παιδιά
2. η λογιστική συνένωση όλων των δαπανών για έρευνα, ώστε να πιάσει η κυβέρνηση πλασματικά τον στόχο του 1,5% για την έρευνα χωρίς να προχωρήσει σε αύξηση των κονδυλίων.
3. ο περαιτέρω προσανατολισμός της έρευνας προς την άμεση οικονομική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της και τη σύνδεση της με ιδιωτικοοικονομικά και όχι με ακαδημαϊκά κριτήρια»
Το γραφείο τύπου